Δημοσιεύτηκε στην ΕΦΣΥΝ

Η πώληση του 40% του λιγνιτικού χαρτοφυλακίου της ΔΕΗ που συμπεριελήφθη στη συμφωνία με τους θεσμούς μετά την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης μονοπωλεί εδώ και μήνες την επικοινωνία μεταξύ ελληνικής κυβέρνησης και Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Στόχος, ο προσδιορισμός των λιγνιτικών μονάδων που θα είναι πιο ελκυστικές για αγορά από ιδιώτες. Κι ενώ τα σενάρια δίνουν και παίρνουν, οι δυνητικοί επενδυτές εντός και εκτός Ελλάδας δεν δείχνουν κανέναν ιδιαίτερο ενθουσιασμό.

Μοναδική ίσως εξαίρεση αποτελούν οι Κινέζοι, που ενδιαφέρονται διακαώς να εξαγάγουν την τεχνολογία τους σε μονάδες καύσης κάρβουνου, επεκτείνοντας την παρουσία τους και στην Ευρώπη. Από την άλλη μεριά, τα πολιτικά κόμματα, όπως ακριβώς και στην ιστορία της πώλησης της «μικρής» ΔΕΗ πριν από τρία χρόνια, επιδεικνύουν αξιοζήλευτη σύμπνοια μεταξύ τους, εφευρίσκοντας τεχνητές μόνο διαφωνίες σχετικά με το πόσο γρήγορα ή αργά πρέπει να προχωρήσει η πώληση του λιγνιτικού χαρτοφυλακίου της ΔΕΗ. Αυτό όμως που ενδιαφέρει πραγματικά τους πολίτες είναι αν η είσοδος των ιδιωτών στην εκμετάλλευση του λιγνίτη θα ωφελήσει πραγματικά τη ΔΕΗ και τη χώρα.

Σύμφωνα με το σκεπτικό των συμφωνημένων μεταξύ θεσμών και κυβέρνησης, η μονοπωλιακή πρόσβαση και εκμετάλλευση από τη ΔΕΗ των λιγνιτικών κοιτασμάτων στρεβλώνει τον ελεύθερο ανταγωνισμό, ο οποίος θα οδηγούσε σε χαμηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας προς όφελος των καταναλωτών. Εμμέσως πλην σαφώς δηλαδή, θεσμοί και κυβέρνηση θεωρούν πως ο λιγνίτης είναι το φτηνότερο καύσιμο που διαθέτει η χώρα για ηλεκτροπαραγωγή.

Αυτή η παραδοχή ίσχυε προφανώς στο παρελθόν – η συζήτηση άλλωστε για το «άνοιγμα της αγοράς» κλείνει ήδη δεκαετία.

Ωστόσο, το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι δεν πρόκειται να ισχύει στο μέλλον. Πρώτον και κυριότερο, η αναθεώρηση του Ευρωπαϊκού Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΕΣΕΔΕ) σχεδιάστηκε για να οδηγήσει σε δραστική αύξηση της τιμής του δικαιώματος εκπομπής CO2, εξέλιξη που θα επιφέρει πολύ μεγάλη επιβάρυνση του λειτουργικού κόστους των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ, καθώς οι λιγνιτικές μονάδες δεν πρόκειται να λάβουν δωρεάν δικαιώματα εκπομπών.

Δεύτερη καθοριστική εξέλιξη πριν από μερικούς μήνες ήταν η θέσπιση, με τη θετική ψήφο της Ελλάδας, νέων αυστηρότερων ορίων εκπομπών των λοιπών ρύπων για τις μεγάλες μονάδες καύσης, τα οποία στην πράξη επιβάλλουν ακριβά έργα αναβάθμισης για τις λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ. Τρίτον, η αλματώδης πρόοδος της τεχνολογίας στις καθαρές μορφές ενέργειας και της αποθήκευσής τους τις έχει καταστήσει ευθέως ανταγωνιστικές με τα συμβατικά καύσιμα.

Οι εξελίξεις αυτές εξηγούν σε μεγάλο βαθμό την έλλειψη ενθουσιασμού εγχώριων και Ευρωπαίων επενδυτών για το πακέτο πώλησης της ΔΕΗ.

Εξαιτίας δε του συνδυασμού των παραπάνω λόγων, πρόσφατη μελέτη για τον Μακροχρόνιο Ενεργειακό Σχεδιασμό της χώρας από το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών και το WWF Ελλάς έδειξε ότι το κόστος ηλεκτροπαραγωγής θα είναι σημαντικά υψηλότερο αν η χώρα εξακολουθήσει να στηρίζεται στον λιγνίτη, σε σύγκριση με σενάρια εξέλιξης του ενεργειακού συστήματος της Ελλάδας που βασίζονται στις ΑΠΕ και την εξοικονόμηση ενέργειας.

Επομένως, ακόμα και αν το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας είναι το μοναδικό κριτήριο για τις ενεργειακές επιλογές της χώρας, η Ελλάδα πρέπει να επιδιώξει την ταχύτερη δυνατή απεξάρτηση από το πιο ρυπογόνο ορυκτό καύσιμο του πλανήτη.

Αλλά και τα οικονομικά της ΔΕΗ, η εξυγίανση των οποίων αποτελεί μια άλλη μνημονιακή υποχρέωση της χώρας, ελάχιστα έχουν να ωφεληθούν από την πώληση του 40% του λιγνιτικού χαρτοφυλακίου της ΔΕΗ.

Η μόνη μονάδα της ΔΕΗ που ήδη συμμορφώνεται με τα νέα όρια εκπομπών και άρα δεν απαιτεί σημαντικές αναβαθμίσεις, έχοντας ταυτόχρονα και τον μεγαλύτερο βαθμό απόδοσης, είναι η Μελίτη Ι.

Το Αμύνταιο που ΔΕΗ και κυβέρνηση θέλουν να συμπεριλάβουν στο πακέτο πώλησης απαιτεί γενναίες επενδύσεις για να παρατείνει τη λειτουργία του, ενώ οι δύο μονάδες της Μεγαλόπολης, που οι θεσμοί φαίνεται να επιμένουν ότι είναι καταλληλότεροι προς πώληση, καίνε, με διαφορά, τον χειρότερο λιγνίτη στην Ε.Ε., με αποτέλεσμα να επιβαρύνονται αναλογικά περισσότερο με το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών για κάθε κιλοβατώρα που παράγουν.

Αν λοιπόν το πραγματικό ζητούμενο των θεσμών είναι η εξυγίανση των οικονομικών της ΔΕΗ, θα πρέπει να στρέψουν το βλέμμα τους σε εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις. Πρώτα από όλα θα πρέπει να βρεθεί τρόπος απεμπλοκής της ΔΕΗ από το οικονομικά παράλογο έργο της Πτολεμαΐδας V και να εγκαταλειφθεί κάθε σχέδιο για κατασκευή της Μελίτης ΙΙ.

Ο ίδιος ο πρόεδρος της ΔΕΗ παραδέχθηκε ότι χωρίς δωρεάν δικαιώματα εκπομπών, οι μονάδες αυτές θα είναι ζημιογόνες. Στο μεταξύ, η κατασκευή της Πτολεμαΐδας V απομυζεί ήδη τεράστιους πόρους από τα ταμεία της επιχείρησης.

Και θα συνεχίσει να το κάνει καθώς δεν έχει βρεθεί χρηματοπιστωτικό ίδρυμα πρόθυμο να επενδύσει στη νέα λιγνιτική μονάδα, πέρα από τον οργανισμό εξαγωγικών πιστώσεων της Γερμανίας, ο οποίος σκανδαλωδώς δανείζει μια καταχρεωμένη ΔΕΗ για να πληρώνει τη γερμανική εταιρεία κατασκευής του εξοπλισμού της Πτολεμαΐδας V.

Τα κεφάλαια που θα απελευθερωθούν από την παύση του έργου θα μπορούν να διοχετευτούν τόσο σε σοβαρά έργα αναβαθμίσεων υφιστάμενων λιγνιτικών μονάδων, ώστε αυτές να συμμορφώνονται με την ολοένα και αυστηρότερη ευρωπαϊκή περιβαλλοντική νομοθεσία για όσα χρόνια λειτουργούν ακόμα, όσο και σε επενδύσεις ΑΠΕ και αποθήκευσης ενέργειας.

Η νέα ενεργειακή πραγματικότητα απαιτεί μια ΔΕΗ υγιή, καινοτόμο και κυρίως καθαρή, όχι μόνο για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας, αλλά και για λόγους αμιγώς οικονομικούς.

Αντί όμως αυτού επιβάλλονται αλλαγές στο ενεργειακό τοπίο της χώρας που και τη ΔΕΗ θα ζημιώσουν και θα οδηγήσουν στη συνέχιση του αδιέξοδου λιγνιτικού μοντέλου για πολλές δεκαετίες ακόμα.

Οι θεσμοί πρέπει να αφήσουν την Ελλάδα ελεύθερη να αποφασίσει την απεξάρτησή της από τον λιγνίτη όπως ακριβώς κάνουν η μία μετά την άλλη οι χώρες της Ε.Ε. με χρονικό ορίζοντα το 2030.

• Τις παραπάνω ανησυχίες εξέθεσε αναλυτικά το WWF Ελλάς σε δύο επιστολές προς τους θεσμούς και την ελληνική κυβέρνηση.


ΕΚΤΑΚΤΟ

Μπες τώρα στη μάχη ενάντια στη κλιματική κρίση

Καθώς η κλιματική κρίση κλιμακώνεται εμείς δεν μένουμε σιωπηλοί.

Από το 1991 αγωνιζόμαστε ενάντια στις μεγαλύτερες περιβαλλοντικές προκλήσεις, μαχόμαστε κατά της απώλειας της άγριας ζωής, των δασικών πυρκαγιών και της υπεραλίευσης, ξεσκεπάζουμε την κακή νομοθεσία και τα περιβαλλοντικά εγκλήματα και κάνουμε νομικές παρεμβάσεις, σχεδιάζουμε λύσεις μακριά από τις ρυπογόνες πρακτικές των ορυκτών καυσίμων και αλλάζουμε συνειδήσει πολιτών και κυβερνήσεων. Πιστεύουμε πως είμαστε η γενιά που μπορεί να χτίσει το μέλλον της ανθρωπότητας διαφορετικά και για να συνεχίσουμε να μαχόμαστε για όλα όσα εκπροσωπούμε χρειαζόμαστε την οικονομική σου υποστήριξη περισσότερο από ποτέ. 

Ακόμα και η πιο μικρή δωρεά είναι αρκετή για να συμβάλει στη πιο μεγάλη αλλαγή!

Υποστήριξε

Μοιράσου το με φίλους
 

Σχόλια