Άλμα προς το παρελθόν για την ελληνική οικονομία και τους πολίτες αποτελούν τα μέτρα οικονομικής ‘ενίσχυσης’ της ΔΕΗ – εφόσον εφαρμοστούν – που εξήγγειλε χθες ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας κ. Σταθάκης. Τα μέτρα αυτά θα επιβαρύνουν ευθέως του λογαριασμούς ηλεκτρισμού των ελληνικών νοικοκυριών ενώ θα χαρίσουν στη λιγνιτική βιομηχανία πόρους οι οποίοι προορίζονται για επενδύσεις σε καθαρές μορφές ενέργειας, ενεργειακή εξοικονόμηση καθώς και κοινωνικές πολιτικές. Η ελληνική κυβέρνηση δυστυχώς επιβραβεύει  το παρωχημένο  επιχειρηματικό μοντέλο της ΔΕΗ και τις διαχρονικές διοικητικές της αστοχίες, βάζοντας φρένο σε όποια προσπάθεια εκσυγχρονισμού της και προδιαγράφοντας το τέλος της…

Μεταξύ των μέτρων που εξήγγειλε ο υπουργός  περιλαμβάνεται η κατάργηση του τέλους λιγνίτη καθώς και η πλήρης κατάργηση του τέλους προμηθευτή, ένα χρόνο νωρίτερα από το προβλεπόμενο. Αμφότεροι οι πόροι ως τώρα ενισχύουν τον Ειδικό Λογαριασμό ΑΠΕ, διασφαλίζοντας τη βιωσιμότητά του. Παράλληλα, απελευθερώνουν δημόσια έσοδα που προέρχονται από το χρηματιστήριο ρύπων, τα οποία προορίζονται για την ενίσχυση έργων ΑΠΕ, προγραμμάτων εξοικονόμησης ενέργειας, δίκαιης μετάβασης (just transition) των λιγνιτικών περιοχών και ηλιακής κοινωνικής πολιτικής, στο πλαίσιο μίας κοινωνικά δίκαιης ενεργειακής μετάβασης της Ελλάδας.

Όμως το πιο ανησυχητικό μέτρο που εξήγγειλε ο υπουργός αφορά τη λεγόμενη «ρήτρα CO2» που θα μετακυλίει στους καταναλωτές το κόστος αγοράς δικαιωμάτων διοξειδίου του άνθρακα για τα οποία χρεώνονται όλες οι ελληνικές λιγνιτικές μονάδες. Πρόκειται για κατάφωρη παραβίαση του πνεύματος της ευρωπαϊκής οδηγίας για το χρηματιστήριο ρύπων, η οποία επιβάλλει στις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής από ορυκτά καύσιμα –και όχι στους πολίτες- να πληρώνουν για κάθε τόνο διοξειδίου του άνθρακα που εκπέμπουν. Αντί να προσαρμοστεί στις εξελίξεις της διεθνούς ενεργειακής και κλιματικής πολιτικής και να στραφεί στις ΑΠΕ, η ΔΕΗ διεκδίκησε μέχρι τελικής πτώσης να πάρει δωρεάν δικαιώματα εκπομπών για τις λιγνιτικές της μονάδες. Όταν απέτυχε, έπεισε την ελληνική κυβέρνηση να μετακυλήσει το κόστος στους έλληνες καταναλωτές.   

Την ίδια ώρα, σύμφωνα με στοιχεία από έκθεση του WWF, η ΔΕΗ έχει ήδη επιδοτηθεί από τους Έλληνες πολίτες με περίπου 15 δισεκ. € τα τελευταία 10-15 χρόνια, το ένα τρίτο των οποίων μάλιστα αφορούσαν τη λιγνιτική δραστηριότητα της ίδιας της επιχείρησης. Παρά τις αδρές  επιδοτήσεις από τους λογαριασμούς των καταναλωτών και τους δημόσιους και ευρωπαϊκούς πόρους, η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού δεν κατάφερε ποτέ να επενδύσει στον εκσυγχρονισμό της, μένοντας εγκλωβισμένη σε ένα παρωχημένο επιχειρηματικό μοντέλο που βασίζεται στα ορυκτά καύσιμα.

Οι νέες επιδοτήσεις που σχεδιάζει το Υπουργείο ΠΕΝ επί της ουσίας κατευθύνουν στην ίδια μαύρη τρύπα εκατοντάδες επιπλέον εκατομμύρια ευρώ δημοσίων πόρων και χρημάτων των ελληνικών νοικοκυριών.

«Τα μέτρα που εξήγγειλε ο υπουργός αποτελούν κυνική παραδοχή ότι το λιγνιτικό μοντέλο ηλεκτροπαραγωγής δεν είναι πλέον ούτε οικονομικά βιώσιμο. Όμως στο μοντέλο αυτό επέμειναν πεισματικά ΔΕΗ και κυβέρνηση τα τελευταία 3 χρόνια, προωθώντας δύο περιβαλλοντικά και οικονομικά καταστροφικές νέες λιγνιτικές μονάδες και διεκδικώντας εξαιρέσεις και παρατάσεις για τις υφιστάμενες. Τώρα που απέτυχαν παταγωδώς στις ολέθριες επιλογές τους ζητούν από τους πολίτες να πληρώσουν τον λογαριασμό, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να καταστήσουν το λιγνιτικό πακέτο πώλησης ελκυστικό. Είναι απολύτως αναγκαίο, έστω και την ύστατη στιγμή, η πολιτική ηγεσία να αναγνωρίσει πως το τέλος του λιγνίτη έφτασε και να ορίσει συγκεκριμένη ημερομηνία πλήρους απεξάρτησης από αυτόν», δήλωσε ο Νίκος Μάντζαρης, υπεύθυνος Τομέα ενεργειακής και κλιματικής πολιτικής του WWF Ελλάς. 

«Η ελληνική κοινωνία πλέον γνωρίζει πολύ καλά τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και το διακύβευμα για την ίδια μας τη χώρα. Με μία χούφτα χρόνια μόνο να παραμένουν πριν περάσουμε οριστικά το κατώφλι του 1,5°C, θα περίμενε κανείς να ενταθεί η προσπάθεια ανακατανομής πόρων από τα ξεπερασμένα και επικίνδυνα ορυκτά καύσιμα υπέρ της δίκαιης και γρήγορης ενεργειακή μετάβασης. Τις κρίσιμες αυτές στιγμές ο κ. Σταθάκης έχει την επιλογή να αποφασίσει πώς θα θυμάται την υπουργική του θητεία ο ελληνικός λαός: ως έναν υπουργό που έβαλε τη ΔΕΗ και τη χώρα στις σωστές ράγες ή άλλον έναν υπουργό υδρογονανθράκων και λιγνίτη», ανέφερε ο Τάκης Γρηγορίου, υπεύθυνος για θέματα ενέργειας και κλιματικών αλλαγών στο ελληνικό γραφείο της Greenpeace.

Το WWF Ελλάς και το Ελληνικό Γραφείο της Greenpeace ζητούν από το υπουργείο ΠΕΝ, να μην προχωρήσει με τις συγκεκριμένες εξαγγελίες. Αντί αυτού, να λάβει όλες τις απαραίτητες πρωτοβουλίες οι οποίες διασφαλίζουν τον εκσυγχρονισμό της ΔΕΗ, με συγκεκριμένο επιχειρηματικό σχέδιο το οποίο οδηγεί στην απεξάρτηση από τον λιγνίτη ως τις αρχές της δεκαετίας του 2030.

Υποσημειώσεις:

  • Υπενθυμίζεται ότι η λιγνιτική βιομηχανία στη χώρα μας ευθύνεται για περισσότερους από 550 πρόωρους θανάτους κάθε χρόνο από την ατμοσφαιρική ρύπανση, καταστροφή εκατοντάδων χιλιάδων στρεμμάτων φυσικών εκτάσεων και για, περίπου, το ένα τρίτο των συνολικών εκπομπών CO2 της Ελλάδας.
  • Σημειώνεται ότι το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από νέες ΑΠΕ είναι ήδη εδώ και λίγα χρόνια χαμηλότερο από το κόστος παραγωγής της πανάκριβης υπό κατασκευή νέας λιγνιτικής μονάδας της ΔΕΗ «Πτολεμαΐδα V», η οποία προορίζεται να λειτουργήσει την επόμενη δεκαετία.
  • Το Τέλος Λιγνίτη είναι μία χρέωση για το δικαίωμα εξόρυξης και εκμετάλλευσης του πόρου. Το Τέλος ορίστηκε το 2012 μόλις στα 2 €/MWh, δηλαδή πολύ χαμηλότερα από τις αρχικές εισηγήσεις, κάτι το οποίο από μόνο του αποτελεί επιδότηση της λιγνιτικής δραστηριότητας. Ακόμα κι έτσι, δημιουργεί δημόσιους πόρους περίπου 30-40 εκατ. € κάθε χρόνο. 
  • Διαβάστε περισσότερα για την έκθεση του WWF Ελλάς για τις επιδοτήσεις στα ορυκτά καύσιμα εδώ


Μοιράσου το με φίλους