«Η ρύπανση του αέρα είναι το νέο τσιγάρο» προειδοποιεί ο γενικός διευθυντής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγεσούς, στη πρώτη παγκόσμια διάσκεψη για την «ατμοσφαιρική ρύπανση και την υγεία» που διεξήχθη στη Γενεύη.

© Μαριάννα Πλωμαρίτη / WWF Ελλάς

Πάνω από το 90% των κατοίκων του πλανήτη μας εισπνέει «τοξικό αέρα» καθιστώντας τη ρύπανση της ατμόσφαιρας τη μεγαλύτερη απειλή για τη δημόσια υγεία, προκαλώντας περίπου 7 εκατομμύρια  πρόωρους θανάτους ετησίως με τα παιδιά να ανήκουν στο τμήμα του πληθυσμού που επηρεάζεται περισσότερο. Σύμφωνα με τη νέα έκθεση του ΠΟΥ κάθε μέρα, περίπου 1,8 δισεκατομμύρια παιδιά σε όλο τον κόσμο (δηλαδή το 93% των παιδιών) ηλικίας κάτω των 15 ετών εισπνέουν ρύπους και αιρούμενα σωματίδια που επιβαρύνουν σημαντικά την υγεία τους, ενώ 600.000 παιδιά οδηγούνται στο θάνατο λόγω οξέων λοιμώξεων του αναπνευστικού. Τα παιδιά είναι ιδιαίτερα ευάλωτα στις επιπτώσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης επειδή αναπνέουν πιο γρήγορα από τους ενήλικους και άρα απορροφούν περισσότερους ρύπους.  

Η ατμοσφαιρική ρύπανση πλέον σκοτώνει περισσότερους ανθρώπους παγκοσμίως από ότι το κάπνισμα.  Το 2015 σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος μόνο στην Ευρώπη, η ρύπανση η οποία προκαλείται  από τα ορυκτά καύσιμα, δηλαδή το κάρβουνο, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο έχει οδηγήσει στον πρόωρο θάνατο 430.000 ανθρώπους.    Ιδιαίτερα η καύση κάρβουνου για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας επιφέρει καταστροφικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και τη δημόσια υγεία, καθώς εκπέμπει ρύπους, όπως διοξείδιο του θείου, οξείδια του αζώτου, μικροσωματίδια, βαρέα μέταλλα και μεγάλες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα, ενώ το οικονομικό κόστος από τις υπερβάσεις των ευρωπαϊκών ορίων αποτιμάται σε πολλά εκατομμύρια ευρώ.

Στην Ελλάδα η διαχρονική επιμονή των ελληνικών κυβερνήσεων στην καύση του πιο ρυπογόνου ορυκτού καυσίμου παγκοσμίως, του λιγνίτη, για την ηλεκτροπαραγωγή έχει στοιχήσει στη δημόσια υγεία και στην οικονομία της χώρας. Το WWF Ελλάς μετά από συστηματική  έρευνα κατέγραψε τους ρύπους που εκπέμπονται ανά λιγνιτική μονάδα και τον οικονομικό τους αντίκτυπο. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας οι καμινάδες Ι και ΙΙ του Ατμοηλεκτρικού σταθμού της ΔΕΗ Καρδιά εκπέμπουν 17 και 19 φορές παραπάνω σωματίδια από το επιτρεπτό όριο εκπομπών, τα οποία δυνητικά οδηγούν σε σοβαρές χρόνιες ασθένειες όπως ο καρκίνος, καρδιακές προσβολές και εγκεφαλικά επεισόδια. Όσον αφορά το διοξείδιο του θείου (sO2), το οποίο μακροχρόνια αλλάζει το οικοσύστημα, παρεμποδίζει την ανάπτυξη των φυτών, βλάπτει την ανθρώπινη υγεία και προκαλεί επιβάρυνση και σοβαρά προβλήματα στο αναπνευστικό όλοι οι λιγνιτικοί σταθμοί στην Ελλάδα παραβιάζουν το ευρωπαϊκό όριο εκπομπών εκτός τη Μελίτη Ι,  με τον ΑΗΣ Αμυνταίου να εκπέμπει 8,4 φορές πάνω από το ευρωπαϊκό όριο. 

Η μόλυνση του αέρα όμως επιβαρύνει και την ελληνική οικονομία. Οι ζημιές από τις υπερβάσεις αυτών των ορίων, σύμφωνα με τη μεθοδολογία που χρησιμοποιεί ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος εκτιμώνται από 92 έως και 583 εκατομμύρια  ευρώ ετησίως. Για παράδειγμα το οικονομικό κόστος ενός μόνο σταθμού ( Αγ. Δημητρίου)  λόγω υπερβάσεων των ορίων σε διοξειδίου του Θείου (sO2) και διοξειδίου του Αζώτου (nOx) εκτιμάται σε 30-240 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο. 

Η ατμοσφαιρική ρύπανση είναι εδώ, έχει μεγάλο κόστος σε ανθρώπινες ζωές και δεν πρόκειται να φύγει από μόνη της.  Η μετάβαση σε καθαρές λύσεις  θα πρέπει να αποτελέσει ύψιστη προτεραιότητα των χωρών του κόσμου για τα επόμενα χρόνια. Η καταπολέμηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, η αναχαίτιση της κλιματικής αλλαγής και η προστασία της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος  είναι μέρη της ίδιας εξίσωσης που το αποτέλεσμα της πρέπει να έχει θετικό πρόσημο.  Στο πλαίσιο αυτό η Ελλάδα οφείλει κατά την κατάρτιση του Εθνικού Μακροχρόνιου Ενεργειακού Σχεδιασμού να θέσει τις βάσεις για την απαραίτητη στροφή της Ελλάδας στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας σχεδιάζοντας παράλληλα και τη δίκαιη μετάβαση των τοπικών κοινωνιών σε αυτές. 


Μοιράσου το με φίλους
 

Σχόλια